Το ενδεχόμενο απομάκρυνσης της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Kimberly Guilfoyle, εξετάζει σοβαρά η αμερικανική κυβέρνηση. Την είδηση επιβεβαίωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου στον Λευκό Οίκο, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως η κυβέρνηση «δεν είναι ικανοποιημένη» από την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.
Οι καταγγελίες και η πολιτική πίεση
Η υπόθεση βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας μετά από δημοσιεύματα της Wall Street Journal, τα οποία επικαλούνται στοιχεία και πηγές σχετικά με φερόμενες πιέσεις της πρέσβεως προς αξιωματούχους, αποδοχή δώρων ή υπηρεσιών από ιδιώτες, καθώς και πιθανή αξιοποίηση της πολιτικής της επιρροής για την εξυπηρέτηση τρίτων. Μεταξύ των αναφορών περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι η κ. Guilfoyle ζήτησε από υποστηρικτή του Donald Trump την κάλυψη λογαριασμού πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, προσφέροντας σε αντάλλαγμα πρόσβαση σε στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης.
Επιπλέον, δημοσιεύματα έχουν εστιάσει σε επαφές της πρέσβεως με επιχειρηματικούς κύκλους στην Ελλάδα, σε ιδιωτικές μετακινήσεις της, καθώς και σε φερόμενη προώθηση συμφερόντων ελληνικής εταιρείας που δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό και ενεργειακό κλάδο. Σύμφωνα με το The Associated Press, ο πρόεδρος Trump και ο Rubio εξετάζουν την απομάκρυνση της κ. Guilfoyle από την Αθήνα, καθώς οι θεσμικές πιέσεις στην Ουάσινγκτον κλιμακώνονται.
Η απάντηση της πλευράς Guilfoyle
Η νομική ομάδα της πρέσβεως, αποτελούμενη από τους Τζέσι Μπίναλ και Ντέιβιντ Μ. Σβαρτς, απέρριψε τις κατηγορίες, αμφισβητώντας τη γνησιότητα των μηνυμάτων που επικαλείται ο Τύπος και υποστηρίζοντας ότι η εντολέας τους δεν έχει διαπράξει καμία παρατυπία. Οι δικηγόροι υποστηρίζουν ότι η οικονομική διαφορά που παρουσιάζεται αφορά οφειλές περίπου 150.000 δολαρίων προς την κ. Guilfoyle από τον πρώην πολιτευτή των Ρεπουμπλικάνων, Eric Deters.
Σύμφωνα με τους νομικούς εκπροσώπους, το εν λόγω ποσό προέρχεται από αμοιβές για ομιλίες και παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών που η κ. Guilfoyle παρείχε πριν από την ανάληψη του δημόσιου αξιώματός της. Όπως αναφέρεται, ο κ. Deters είχε υπογράψει συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών για τις εκδηλώσεις «Freedom Fest» στο Κεντάκι, με συμφωνημένη αμοιβή 200.000 δολαρίων. Η πλευρά της πρέσβεως υποστηρίζει ότι ο κ. Deters αθέτησε τις πληρωμές και επιχείρησε να μετατρέψει μια συμβατική διαφορά σε καταγγελία περί παράνομης πράξης, επιτιθέμενος παράλληλα στον πρόεδρο Trump και την κυβέρνησή του.
Η κ. Guilfoyle, πριν εισέλθει στη δημόσια υπηρεσία, είχε εργαστεί ως δικηγόρος, εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες, καθώς και ως τηλεοπτική προσωπικότητα, δραστηριότητες τις οποίες, σύμφωνα με τους δικηγόρους της, εγκατέλειψε πλήρως μετά τον διορισμό της στη θέση της πρέσβεως.


