Στα ιστορικά υψηλά επίπεδα των 6,28 δολαρίων ανά γαλόνι διαμορφώνεται η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 70% από την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν. Η παγκόσμια αγορά καυσίμων δέχεται έντονες πιέσεις λόγω του συνδυασμού της αναταραχής στη Μέση Ανατολή και του συνεχιζόμενου πολέμου στην Ουκρανία, γεγονός που οδηγεί σε στενότητα στην προσφορά ντίζελ και προκαλεί αυξήσεις στο κόστος μεταφορών και στη γεωργική παραγωγή.
Τα μέτρα παρέμβασης στις ΗΠΑ
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, η G7 προχώρησε σε συμφωνία για την απελευθέρωση 100 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων από στρατηγικά αποθέματα. Αναλυτές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι ένα σημαντικό μέρος αυτών των ποσοτήτων ενδέχεται να αφορά δεσμεύσεις που είχαν ήδη αναληφθεί από χώρες-μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας κατά την έκτακτη απελευθέρωση αποθεμάτων τον Μάρτιο.
Παράλληλα, θεσπίστηκε η προσωρινή δυνατότητα χρήσης του «κόκκινου» ντίζελ στο οδικό δίκτυο έως το τέλος του έτους. Πρόκειται για καύσιμο χημικά πανομοιότυπο με το συμβατικό ντίζελ, το οποίο φέρει ειδική χρωστική ουσία καθώς συνήθως απαλλάσσεται από τον ομοσπονδιακό φόρο για χρήση εκτός οδικού δικτύου. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, η αποτελεσματικότητα των παραπάνω μέτρων παραμένει περιορισμένη χωρίς μια σταθερή αποκλιμάκωση των συγκρούσεων στον Περσικό Κόλπο και στην Ουκρανία.
Το ζήτημα αποκτά και πολιτική διάσταση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου, καθώς το υψηλό κόστος καυσίμων πλήττει ομάδες με αυξημένη εκλογική βαρύτητα, όπως οι αγρότες και οι οδηγοί φορτηγών.
Οι επιπτώσεις και η στρατηγική στην Ελλάδα
Οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές διυλισμένων προϊόντων αποτελούν προειδοποίηση για την Ελλάδα, καθώς τα περιθώρια εθνικών παρεμβάσεων είναι περιορισμένα. Η χώρα επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς τιμές του ντίζελ, τα περιθώρια διύλισης, το κόστος μεταφοράς και τη διαθεσιμότητα φορτίων στην ευρύτερη περιοχή.
Η κυβέρνηση επιδιώκει τη συνέχιση των εκπτώσεων στην αμόλυβδη από τα διυλιστήρια, ενώ από τον Οκτώβριο το ενδιαφέρον στρέφεται στο πετρέλαιο θέρμανσης, για το οποίο αναζητείται αντίστοιχη έκπτωση από τον ιδιωτικό τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση διατηρεί στο τραπέζι την προοπτική έκτακτης φορολόγησης των διυλιστηρίων, ως μέσο πίεσης για τη διαμόρφωση των τιμών, με στόχο την ανακούφιση των νοικοκυριών από το ενεργειακό κόστος.


